Greek Traditional

Greek Traditional Pottery in 19th / 20th c. (in English) – Η Παραδοσιακή Κεραμική στη Ελλάδα τον 19ο & 20ο αιώνα (στα Ελληνικά)

Η παραδοσιακή κεραμική στην Ελλάδα, 19ος-20ος αιώνας

Sifnos (Greece) 20th - Private Collection Greece

Η κεραμική είναι μία από τις πιο αρχαίες ανθρώπινες δραστηριότητες. Χώμα, νερό και φωτιά. Με τα ίδια αυτά υλικά που κατασκευάστηκαν τα πρώτα αγγεία μερικές χιλιάδες χρόνια πριν, έπλασαν και συνεχίζουν να πλάθουν μέχρι σήμερα οι νεώτερες γενιές αγγειοπλαστών τα δικά τους δημιουργήματα. Τα σημαντικότερα αγγειοπλαστικά κέντρα που λειτουργούσαν μέχρι το πρόσφατο παρελθόν εντός των ελληνικών συνόρων, ήταν η Πάτρα, ο Μεσσηνιακός Κόλπος (περιοχή Κορώνης), η Ζάκυνθος και η Κέρκυρα στη Δυτική Ελλάδα, τα Γιάννινα και παλαιότερα η Άρτα στην Ήπειρο, η Φλώρινα, η Κοζάνη και η Θεσσαλονίκη στη Μακεδονία, οι Μεταξάδες, η Ξάνθη και το Σουφλί στη Θράκη, ο Βόλος, το Φανάρι, η Καρδίτσα, ο Τύρναβος και η Αγιά στη Θεσσαλία, η Σίφνος και η Κύθνος στις Κυκλάδες, η Σκύρος στις Σποράδες, η Σάμος, η Χίος και η Λέσβος στο Ανατολικό Αιγαίο, η Κως και η Ρόδος στα Δωδεκάνησα, η Χαλκίδα στην Εύβοια, η Κρήτη, η Αίγινα και φυσικά η περιοχή της Αττικής.

Παράλληλα, εκτός συνόρων, παραμένουν τα σπουδαία αγγειοπλαστικά κέντρα της Κιουτάχειας στο εσωτερικό της Μικρασίας και του Τσανάκ Καλέ στο στενότερο σημείο του Ελλησπόντου, όπου δραστηριοποιούνται εκατοντάδες ομογενείς Έλληνες και Αρμένιοι τεχνίτες, συνεχίζοντας τη μεγάλη παράδοση των ξακουστών αγγειοπλαστών της Νίκαιας (Iznik) του 15ου – 17ου αι. Πολλοί απ’ τους τεχνίτες αυτούς, μετά το 1922, θα καταφύγουν στην Ελλάδα, επηρεάζοντας, με τη δημιουργική δύναμη της τέχνης τους, σε μεγάλο βαθμό την αγγειοπλαστική της. Ο Μηνάς Αβραμίδης και ο Μακάριος Βαρδαξής απ’ την Κιουτάχεια, ο Δημήτρης Μυγδαληνός από το Τσανάκ Καλέ, ο Αναστάσης Χατζηγιάννης από τη Βήγα, υπήρξαν απ’ τους κορυφαίους μικρασιάτες κεραμίστες που δραστηριοποιήθηκαν στην Ελλάδα μετά την Καταστροφή.

Η αγγειοπλαστική μέχρι πριν λίγες δεκαετίες υπήρξε ιδιαίτερα κοπιαστική και απαιτητική τέχνη. Το χώμα για να μεταμορφωθεί σε πηλό κατάλληλο για πλάσιμο έπρεπε να σκαφθεί από τη σκληρή γη, να κοπανιστεί σε μικρά κομμάτια, να στραγγιστεί σε ειδικές δεξαμενές με νερό, να απλωθεί για στέγνωμα, να καθαριστεί από ξένα σώματα, να ζυμωθεί με πόδια και χέρια. Η κατασκευή αγγείων στον ποδοκίνητο τροχό απαιτούσε μεγάλη φυσική δύναμη, αντοχή, σταθερό χέρι, υπομονή, εμπειρία και προπαντός μεράκι που εκφραζόταν μέσα από τη δημιουργία. Η διακόσμηση (πλούμισμα), η εφυάλωση (αλείφωμα) και το ψήσιμο (καμίνιασμα) των κεραμικών, ήταν επίσης σημαντικές εργασίες για την επιτυχία της παραγωγής των εργαστηρίων. Οι τεχνικές γνώσεις δεν καταγράφονταν, αλλά περνούσαν προφορικά και πολλές φορές με μυστικότητα στους μαθητευόμενους και μελλοντικούς συνεχιστές της τέχνης.

Samos (Greece) 20th - Private Collection Greece

Οι τεχνίτες δούλευαν εμπειρικά πάνω σε καταξιωμένες φόρμες και διάκοσμο, προσεγγίζοντας τα αντικείμενα από τη λειτουργική τους πλευρά, στο πλαίσιο πάντοτε του πολιτισμικού τους περίγυρου. Υπήρχε με άλλα λόγια ένα είδος «τυποποίησης» στην τεχνική κατασκευής και στη διακόσμηση, που όριζε το πεδίο του δυνατού και του πραγματοποιήσιμου, δίνοντας έτσι ένα ιδιαίτερο ύφος στα αντικείμενα, τα οποία αποκτούσαν τα αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά της τοπικής παραγωγής. Τέτοιοι χαρακτηριστικοί τύποι αγγείων είναι, τα περίφημα πιθάρια (τζάρες) του Μεσσηνιακού κόλπου και οι θραψανιώτικοι πίθοι της Κρήτης, τα ονομαστά νεροκάνατα της Αίγινας, τα άθραυστα τσουκάλια της Σίφνου, οι ζουπλούμιστες στάμνες της Σκύρου, τα κουμάρια της Λέσβου, τα μαστιχοκανατάκια της Χίου, τα περίτεχνα διακοσμημένα φαγεντιανά κεραμικά της Σάμου κ.ά.

Στην ελληνική κεραμική τέχνη του 19ου και 20ού αι. είναι εμφανείς οι επιρροές των μεγάλων αγγειοπλαστικών κέντρων της Ανατολής και της Δύσης. Φόρμες και διακοσμητικά μοτίβα των εργαστηρίων του Τσανάκ Καλε, της Κιουτάχειας, των ιταλικών αγγειοπλαστείων της Κάτω Ιταλίας, του Πέζαρο, της Σικελίας, των κεραμικών εργαστηρίων φαγεντιανών της Γαλλίας και της Αγγλίας κ.ά., αναπαράγονται σε πολλούς τύπους ελληνικών αγγείων και ενσωματώνονται με θαυμαστή επιτυχία στην εγχώρια παραγωγή.

Η παρακμή της αγγειοπλαστικής τέχνης αρχίζει στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες του ’50 και ’60, όταν εμφανίζονται καινούργια υλικά μαζικής παραγωγής στον οικιακό εξοπλισμό, όπως το αλουμίνιο, το γυαλί, ο ανοξείδωτος χάλυβας και αργότερα το ελαφρύ και φτηνό πλαστικό. Τα δίκτυα ύδρευσης έφεραν το νερό μέσα στα σπίτια αντικαθιστώντας τις στάμνες.

Τα τελευταία 20 χρόνια η τέχνη άλλαξε προσανατολισμό προς τα διακοσμητικά, τουριστικά, αλλά και καλλιτεχνικά κεραμικά, ικανοποιώντας τις σύγχρονες απαιτήσεις διακόσμησης εσωτερικών χώρων και αγοράς σουβενίρ. Σήμερα αξιόλογη κεραμική δραστηριότητα συνεχίζεται στη Σίφνο, στη Κρήτη, στη Λέσβο, όπου παράγονται ακόμη πολλά χρηστικά αγγεία με τον παραδοσιακό τρόπο και λιγότερο στην Αττική, τη Σκύρο, τη Σάμο, τη Χίο και τη Ρόδο, όπου η παραγωγή έχει προσανατολισθεί κυρίως σε καλλιτεχνικά και διακοσμητικά αντικείμενα.

Ελάχιστα, πλέον, ξυλοκάμινα καπνίζουν στην Ελλάδα, ενώ η τελευταία γενιά των παραδοσιακών μαστόρων του πηλού έχει σχεδόν σβήσει. Έμειναν όμως τα δημιουργήματά τους. Στάμνες, κανάτια, γαβάθες, πιάτα, τσανάκια, γλάστρες, πιθάρια και εκατοντάδες άλλα είδη αγγείων διασώζονται διάσπαρτα στον ελληνικό χώρο. Χειροποίητα δείγματα του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού, εικόνες μιας ξεχασμένης πλέον αισθητικής, αλλά κυρίως σιωπηλοί μάρτυρες μιας μεγάλης κεραμικής παράδοσης.

The traditional pottery in Greece, 19th-20th centuries

Sifnos (Greece) 20th - Private Collection Greece

In the Greek territory the last two hundred years, the pottery continued to grow, in a changing socioeconomic environment. The establishment of the Greek state and its gradual geographic expansion, included areas well known for their pottery activities. The most important pottery centers in Greece until the recent past, were the Messinian Gulf (Koroni’s area) and Patra in Peloponese, Zakynthos and Corfu in the Ionian Islands, Ioannina and Arta in Epirus, Florina, Kozani and Thessaloniki in Macedonia, Metaxades, Soufli and Xanthi in Thrace, Volos, Fanari, Karditsa, Tirnavos and Ayia in Thessaly, Sifnos and Kythnos in Cyclades, Skyros in Sporades, Samos, Chios and Lesvos in the eastern Aegean Sea, Kos and Rhodes in the Dodecanese, Chalkis in Euboea, the islands of Crete and Aegina and of course the region of Attica.

Furthermore the great pottery centers of Kütahya in Asia Minor and Canakkale at the narrowest point of the Hellespont, where were working hundreds of ethnic Greeks and Armenians craftsmen, remained outside the greek borders. In 1922, many of these craftsmen moved to Greece as refugees, impacting with the creative power of their art the greek traditional pottery. Minas Avramidis and Makarios Vardaxis from Kütahya, Dimitris Mygdalinos from Canakkale, Anastasis Hadziyiannis from Viga, were the leading potters from Asia Minor who worked in Greece, after the disastrous ending of the Greek campaign in Ottoman Asia.

Pottery until a few decades ago, had been a very tiring and demanding art. In order to transform the hard soil into clay suitable for shaping, the potters had to dig it from their secret spots, to hit and break it into small pieces, to drain it in special water containers, to spread it out to dry, to clean it from foreign materials and finally to knead it with their hands and feet. The construction of vessels in the potter’s wheel required great physical strength, endurance, steady hand, patience, expertise and above all, passion for creation. The decoration (ploumisma), the glazing (alifoma) and the firing (kaminiasma) of ceramics, were also important works for the success of the pottery production. Technical knowledge was not recorded, but passed orally and often in secrecy to the students and future successors of the ceramic art.

The Greek craftsmen were working empirically on well, over the years, established forms and decoration. They were making primarily ceramics of domestic use and vessels for the transport of liquids (crocks, jugs, pitchers etc.) as well as other objects of use (braziers, milking pots, planters, etc.), that they found acceptance in the aesthetic of local communities. There was, in other words a kind of “standardization” in the technical design and decoration, defining the limits of the possible and feasible and giving a particular style to objects, which acquired the identifiable characteristics of local production. Such characteristic types of pottery are the famous jars (tzares) of the Messinian Gulf and the jars (pithoi) from Thrapsano Crete, the famous water jugs of Aegina, the unbreakable pots (tsikalia) of Sifnos, the pitchers (stamnes) of Skyros, the koumaria of Lesbos, the small earthenware vases for mastic (mastichokanatakia) of Chios, the puzzle cups and the elaborately decorated glazed ceramics of Samos, etc.

Also in the Greek pottery of the 19th and 20th centuries. are obvious the influences of the great pottery centers of Asia and Europe. Forms and motifs from Canakkale and Kutahya ceramics, from Italian potteries of Pesaro, Grottaglie or Sicily, from earthenware workshops of France and England, etc., are reproduced in many types of Greek vessels and integrated with success in domestic production.

The decline of pottery begins in the early postwar decades of the ’50s and ’60s, when new materials appear in the mass production of household equipment, such as aluminum, glass, stainless steel and later the lightweight and very cheap plastic. The water supply networks brought the water into all houses replacing the water jugs and pitchers.

Over the past 20 years the pottery in Greece has changed direction towards the decorative ceramics, meeting the modern requirements for interior decoration and souvenir market. Nowadays, significant pottery activity continues in the islands of Sifnos, Crete and Lesvos, where many craftsmen are still producing utilitarian ceramics in the traditional manner, rather than in Athens, Skyros, Samos, Chios and Rhodes, where production is oriented mainly to artistic and decorative objects.

Today there are still few Greek potters who practice the art of ceramics, just as their fathers and grandfathers have. They still dig their own clay and use traditional tools. Their wheels are in most cases powered by foot and the kilns still fuelled with wood. But the last generation of traditional craftsmen of clay has almost gone. Their creations, however, remained. Pitchers, jugs, bowls, dishes, crocks, pots, jars and hundreds of other vessels have survived all over the Greek world. Handmade specimens of Greek folk culture, images of a forgotten beauty, silent witnesses of a great pottery tradition.-

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *